στήνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στήνω
Where it comes from
στήνω < μεσαιωνική ελληνική στήνω < αρχαία ελληνική ἔστησα, αόριστος τού ἵστημι / ἱστάνω
verb στήνω · έστηνα · θα στήνω · να στήνω · στήνοντας
- τοποθετώ σε όρθια θέση πρόσωπα ή πράγματα ※ Τον έστησε με τα χέρια ψηλά και άρχισε να τον ψάχνει, όπως κάνουν τώρα στα αεροδρόμια. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- κατασκευάζω, συναρμολογώ
- κάνω ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό.
- προκαλώ μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή το ματαιώνω
- προκαλώ εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους
In English
Talk about this word "στήνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. στήνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89 "στήνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στήνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}