στήνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στήνω

Where it comes from

στήνω < μεσαιωνική ελληνική στήνω < αρχαία ελληνική ἔστησα, αόριστος τού ἵστημι / ἱστάνω

verb στήνω · έστηνα · θα στήνω · να στήνω · στήνοντας

  1. τοποθετώ σε όρθια θέση πρόσωπα ή πράγματα ※ Τον έστησε με τα χέρια ψηλά και άρχισε να τον ψάχνει, όπως κάνουν τώρα στα αεροδρόμια. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
  2. κατασκευάζω, συναρμολογώ
  3. κάνω ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό.
  4. familiar, οικείο προκαλώ μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή το ματαιώνω
  5. familiar, οικείο προκαλώ εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους

In English

  • set to prepare (a stage or film set)
  • pitch assemble or erect (a tent)
  • fix to make a contest, vote, or gamble unfair
  • rig to manipulate something dishonestly

Talk about this word

Cite this
MLA

"στήνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στήνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89

Chicago

"στήνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στήνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}