στατική
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στατική
Where it comes from
στατική < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική statique (διαφορετικό από το αρχαιοελληνικό στατική (η τέχνη του ζυγίσματος))
noun στατική · στατικές · στατικής · στατικών
- επιστημονικός κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τη στατικότητα κτηρίων, κατασκευών και μηχανικών διατάξεων
adjective στατική · στατικές · στατικής · στατικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στατικός
In English
- statics branch of mechanics
Talk about this word "στατική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. στατική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "στατική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στατική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}