στείρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στείρα
Where it comes from
στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα, θηλυκό του στεῖρος
# στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα < στερεός
noun στείρα · στείρες · στείρας · στείρων
- θηλυκό του στείρος
- βελέντζα που δεν έχει φλόκια ή της λείπει πυκνό πέλος
- η πρωραία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πλώρης πλοίου, σκάφους ή λέμβου Η στείρα (ξύλινη ή μεταλλική δοκός) λαμβάνει την κλίση ανάλογα του τύπου της πλώρης του σκάφους, αποτελεί δε την ακμή της σύνδεσης των παρειών του σκάφους.
- είδος ψαριού
Talk about this word "στείρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. στείρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1 "στείρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στείρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}