στείρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στείρα

Where it comes from

στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα, θηλυκό του στεῖρος

# στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα < στερεός

noun στείρα · στείρες · στείρας · στείρων

  1. θηλυκό του στείρος
  2. dated, παρωχημένο βελέντζα που δεν έχει φλόκια ή της λείπει πυκνό πέλος
  3. ναυτικός όρος η πρωραία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πλώρης πλοίου, σκάφους ή λέμβου Η στείρα (ξύλινη ή μεταλλική δοκός) λαμβάνει την κλίση ανάλογα του τύπου της πλώρης του σκάφους, αποτελεί δε την ακμή της σύνδεσης των παρειών του σκάφους.

    Similar: κοράκι · Opposite: ποδόστημα, ποδόσταμο

  4. είδος ψαριού

adjective στείρα · στείρες · στείρας · στείρων

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στείρος
  2. accusative, neuter, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στείρος

Talk about this word

Cite this
MLA

"στείρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στείρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1

Chicago

"στείρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στείρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}