στενή
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
στενή¹
- steˈni
מאיפה זה בא
στενή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου στενός
שם עצם στενή
- η φυλακή τον χώσανε στη στενή
- το κρατητήριο
שם תואר στενή
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενός
Στενή²
- steˈni
מאיפה זה בא
Στενή < στενή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου στενός
שם פרטי Στενή · Στενές · Στενής · Στενών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας και της Κύπρου
באנגלית
- joint prison
לדבר על המילה הזו "στενή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. στενή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AE "στενή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AE.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {στενή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}