στενός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στενός¹

  • steˈnos

Where it comes from

στενός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στενός

adjective στενός · στενή · στενό · στενού · στενής

  1. που έχει μικρό πλάτος ※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρ

    Similar: λεπτός

  2. figuratively, μεταφορικά περιορισμένος στενοί ορίζοντες, με τη στενή έννοια
  3. κοντινός στενοί φίλοι

Στενός²

  • steˈnos

Where it comes from

Στενός < στενός

proper noun Στενός · Στενοί · Στενού · Στενών · Στενό · Στενούς

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Στενού)
  2. οικισμός της Φωκίδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"στενός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στενός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"στενός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στενός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}