מיקווין

στηρίζω

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

στηρίζω

  • stiˈɾi.zo

מאיפה זה בא

στηρίζω < αρχαία ελληνική στηρίζω < στερεός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ter- (στερεός, σκληρός)

פועל στηρίζω · στήριζα · θα στηρίζω · να στηρίζω · στηρίζοντας

  1. με διάφορα μέσα και τρόπους στερεώνω κάτι και το κρατώ όρθιο (και ακίνητο)
  2. figuratively, μεταφορικά υποστηρίζω, παρέχω ενίσχυση, βοήθεια, θάρρος κ.λπ.
  3. figuratively, μεταφορικά βασίζω

דומה: βαστώ, ενισχύω, στερεώνω, στυλώνω, συγκρατώ, τονώνω, υποβαστάζω, υποστηρίζω, υποστυλώνω

מילים נרדפות והפכים

באנגלית

  • affirm to support or encourage

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"στηρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στηρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"στηρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στηρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}