στιγμιότυπο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στιγμιότυπο
- stiɣ.miˈo.ti.po
Where it comes from
στιγμιότυπο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα στιγμιότυπ(ον) + -ο < στιγμι(αίος) + -ό- + τύπο(ς), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική instantané Συγκρίνετε με το ενσταντανέ.
noun στιγμιότυπο · στιγμιότυπα · στιγμιότυπου · στιγμιοτύπου · στιγμιότυπων · στιγμιοτύπων
-
φωτογράφιση σύντομης χαρακτηριστικής σκηνής
Similar: ενσταντανέ
- κινηματογραφικό καρέ
- εικονοποίηση offline προβολής οθόνης
- σύντομη περιγραφή γεγονότος
- print screen σε οθόνη υπολογιστή, εικονοποίηση ιστοσελίδας με εντολή: URL to PNG, ή Prt Sc
- snapshot: σύντομα από άποψη χρόνου και μεγέθους αντίγραφα της κεντρικής μνήμης ή και ενός ή περισσοτέρων αρχείων, ικανών να επαναφέρουν το σύστημα όπως ήταν εκείνη την στιγμή. Διαφέρει από τα μεγαλύτερα σε μέγεθος αντίγραφα ασφαλείας (backups) τα οποία αφορούν μόνο αρχεία.
- class instance: (στον αντικειμενοστρεφή προγραμματισμό) το στιγμιότυπο κλάσης
- relation instance: (στο σχεσιακό μοντέλο) το στιγμιότυπο σχέσης
In English
- screenshot image of computer screen output
- instance in computing
- snapshot A photograph
Talk about this word "στιγμιότυπο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B9%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. στιγμιότυπο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B9%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF "στιγμιότυπο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B9%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στιγμιότυπο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B9%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}