στιφάδο
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
στιφάδο
- stiˈfa.ðo
من أين أتت
στιφάδο < (άμεσο δάνειο) βενετική *stufado με τροπή [u] > [i] (δείτε και το ιταλικό stufato) < με απώτερη αρχή την αρχαία ελληνική τύφος ("ατμός"). Και ετυμολογική γραφή με ύψιλον.
اسم στιφάδο · στιφάδα · στιφάδου · στιφάδων
- φαγητό με κοκκινιστό κρέας και πολλά μικρά κρεμμύδια ※ γκιούλμπασι, αρνάκι φρικασέ ή με ραδίκια, αρνάκι στο φούρνο ή με ρύζι και γιαούρτι, κουνέλι στιφάδο ή λεμονάτο, κόκορα κοκκινιστό μακαρονάδα, κεφτέδες κοκκινιστούς (Σοφία Π. Χριστοπούλου, ΑΧαιών γεύσεις, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006)
بالإنجليزية
- stew dish
تحدّث عن هذه الكلمة "στιφάδο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%B4%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. στιφάδο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%B4%CE%BF "στιφάδο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%B4%CE%BF.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {στιφάδο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%B4%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}