ουρά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ουρά
- uˈɾa
Sounds like ούρα
Where it comes from
ουρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική οὐρά
noun ουρά · ουρές · ουράς · ουρών
- προέκταση της σπονδυλικής στήλης αρκετών θηλαστικών, η κέρκος
- λεπτή προέκταση προς τα πίσω αρκετών ζώων ιδίως ερπετών και ψαριών
- τα φτερά πτηνών που βρίσκονται στο πίσω μέρος και μοιάζουν με ουρά
- το πίσω μέρος πραγμάτων ή προσώπων ※ Κρυμμένος από πίσω από τα δέντρα κοίταζα τις ωραίες κυρίες με τα πλούσια φορέματα, να σηκώνουν με χάρη τις ουρές τους και να περνούν αλαφρά, σα να πετούσαν. (Παύλος Νιρβάνας Πρώτη αγάπη [διήγημα])
- η οπισθοφυλακή
- σειρά από πράγματα ή πρόσωπα που περιμένουν
-
βασική δομή δεδομένων, όπου η παλαιότερη εισερχόμενη (first in) οντότητα (στοιχείο/δεδομένο), αφαιρείται πρώτη (first out)
συντομογραφία FIFO
Opposite: στοίβα
In English
Talk about this word "ουρά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. ουρά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC "ουρά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ουρά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}