στοιχίζω

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

στοιχίζω

De unde vine

στοιχίζω < αρχαία ελληνική στοιχίζω < στοῖχος (μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική costare)

verb στοιχίζω · στοιχίζομαι · στοίχιζα · θα στοιχίζω · να στοιχίζω

  1. transitive, μεταβατικό τακτοποιώ ομοειδή πράγματα σε στοίχους, το ένα πίσω από το άλλο Ο λοχαγός διέταξε το λοχία να στοιχίσει τους άνδρες του.
  2. transitive, μεταβατικό κοστίζω, έχω μια ορισμένη αξία, τιμή το σπίτι αυτό του στοίχισε μια περιουσία
  3. intransitive, αμετάβατο κοστίζω πολύ δυστυχώς οι διακοπές σήμερα στοιχίζουν
  4. figuratively, intransitive, αμετάβατο, στο γ΄ ενικό, μεταφορικά προξενώ μεγάλη θλίψη, στενοχώρια του στοίχισε πολύ η αποτυχία του στις εξετάσεις
  5. προκαλώ την απώλεια ενός πράγματος ο σεισμός στοίχισε πολλές ζωές

În engleză

  • cost to incur a charge of; to require payment of a price of
  • range to set in a row, or in rows
  • justify arrange lines on a page or computer screen

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"στοιχίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στοιχίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"στοιχίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στοιχίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}