στοιχειοθετώ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στοιχειοθετώ

Where it comes from

στοιχειοθετώ < (τυπογραφικό) στοιχείο + θέτω (τοποθετώ)

verb στοιχειοθετώ

  1. συγκεντρώνω και τοποθετώ στη σειρά τυπογραφικά στοιχεία με το χέρι Όμως εκείνος στέκεται μπρος στην κάσα και στοιχειοθετεί, σα να μη μας ακούει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
  2. δημιουργώ τυπογραφική αράδα με τη χρήση λινοτυπικής μηχανής
  3. δημιουργώ, σχηματίζω ή έχω τις προϋποθέσεις για να υποστηρίξω, να θεμελιώσω μία κατάσταση, μία έννοια, ένα γεγονός μόνο με αυτά τα στοιχεία δε στοιχειοθετείται έγκλημα, αλλά απλό αδίκημα

Similar: θεμελιώνω, συνθέτω

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"στοιχειοθετώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

στοιχειοθετώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E

Chicago

"στοιχειοθετώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στοιχειοθετώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-08}
}