στομώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στομώνω
- stoˈmo.no
Where it comes from
στομώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στομώνω < αρχαία ελληνική στομόω / στομῶ. Δείτε και στόμα
verb στομώνω · στόμωσα · στομώνομαι · στομώθηκα · στομωμένος
- κάνω την κόψη λιγότερο κοφτερή Στόμωσα το ψαλίδι γιατί παραήταν επικίνδυνο. Κόντεψα να κόψω το δάχτυλό μου.
- μειώνω την ικανότητα στομώνει ο νους και η σκέψη μου από τον πανικό
-
ενισχύω την κόψη εργαλείου, την κάνω πιο γερή και ανθεκτική, είτε βυθίζοντας ζεστό το μέταλλο σε κρύο νερό, είτε επενδύοντας με ατσάλι
Similar: ενισχύω
Talk about this word "στομώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. στομώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89 "στομώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στομώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}