στρατηγική
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στρατηγική
- stɾa.ti.ʝiˈci
Where it comes from
στρατηγική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατηγική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου στρατηγικός
noun στρατηγική
- μέρος της πολεμικής τέχνης για την προετοιμασία και την καθοδήγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων Αυτή η εκστρατεία ήταν ένα αριστούργημα στρατηγικής.
- το σύνολο των τεχνασμάτων, των χειρισμών για να πετύχει κάποιος κάτι η κοινοβουλευτική στρατηγική
- η λογική που οδηγεί στην επίτευξη ενός μακρόπνοου και δύσκολου στόχου Ποιά στρατηγική σκοπεύεις να ακολουθήσεις;
Similar: τακτική
adjective στρατηγική
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατηγικός
Thesaurus
noun
Similar: τακτική
In English
- strategy science and art of military command
Talk about this word "στρατηγική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. στρατηγική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE "στρατηγική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στρατηγική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}