στρατηγική

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στρατηγική

  • stɾa.ti.ʝiˈci

Where it comes from

στρατηγική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατηγική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου στρατηγικός

noun στρατηγική

  1. στρατιωτικός όρος μέρος της πολεμικής τέχνης για την προετοιμασία και την καθοδήγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων Αυτή η εκστρατεία ήταν ένα αριστούργημα στρατηγικής.
  2. figuratively, μεταφορικά το σύνολο των τεχνασμάτων, των χειρισμών για να πετύχει κάποιος κάτι η κοινοβουλευτική στρατηγική
  3. broadly, κατ’ επέκταση η λογική που οδηγεί στην επίτευξη ενός μακρόπνοου και δύσκολου στόχου Ποιά στρατηγική σκοπεύεις να ακολουθήσεις;

Similar: τακτική

adjective στρατηγική

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατηγικός

Thesaurus

noun

Similar: τακτική

In English

  • strategy science and art of military command

Talk about this word

Cite this
MLA

"στρατηγική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στρατηγική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"στρατηγική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στρατηγική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}