στρείδι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στρείδι

  • ˈstri.ði

Where it comes from

στρείδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική (ὀ)στρείδι(ον) με σίγηση του αρχικού ο- και προσαρμογή σε νεότερη κατάληξη υποκοριστικό του αρχαίου ὄστρειον / ὄστρεον. Δείτε και όστρεο.

noun στρείδι · στρείδια · στρειδιού · στρειδιών

  1. μαλάκιο θαλασσινό μαλάκιο του γένους οστρέα (Ostrea), της οικογένειας οστρεΐδες, που προσκολλάται σε βράχια ή στα πλοία και ψαρεύεται για το εδώδιμο εσωτερικό του, ανάμεσα στα δύο γκριζωπά όστρακά του ※ Ναί, δέν εἶχε σπίτι, μαγειρεῖον, ἀχούρι, κατώγεον, δέν εἶχε καρτόφλια, κρέας, ἅλας, ἀχελώνας, στρείδια; δέν εἶχε λεμόνια, νεράντζια, καρύδια; (Του νέου Ῥόμπινσον συμβάντα. Συντεθέντα μέν εις Γερμανικόν ἰδίωμα [από τον Joachim Heinrich Campe], μεταφρασθέντα δε εις τήν ἁπλην ἡμών διάλεκτον παρά Κωνσ

Similar: όστρεο, λόγιο

Thesaurus

noun

Similar: όστρεο, λόγιο

In English

  • oyster mollusk — see also clam, mollusc, mussel
  • cockle any of various edible European bivalve mollusks

Talk about this word

Cite this
MLA

"στρείδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στρείδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B9

Chicago

"στρείδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στρείδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}