στρώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στρώνω
Where it comes from
στρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στρώνω < ελληνιστική κοινή στρωννύω < αρχαία ελληνική στρώννυμι
verb στρώνω · έστρωνα · στρώσω · έστρωσα · στρώνομαι · στρώθηκα
- απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια καλύπτοντάς την στρώνω το τραπεζομάντηλο, στρώνω το κρεβάτι
- έχω καλή εφαρμογή (για ρούχα, υφάσματα) σου στρώνει ωραία αυτό το πουκάμισο
- συμμορφώνω, κάνω κάποιον να φέρεται σωστά δε θα κάνεις ό,τι θέλεις, θα σε στρώσω!
- στρώνω κάποιον (στη δουλειά): αναγκάζω κάποιον να γίνει εργατικός και να αφοσιωθεί σ' αυτό που κάνει στρώνω στη δουλειά, στρώνω στη μελέτη, στρώθηκε στο διάβασμα
- γίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι νέος είναι, θα στρώσει!
In English
Talk about this word "στρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. στρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89 "στρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στρώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}