στρώνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στρώνω

Where it comes from

στρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στρώνω < ελληνιστική κοινή στρωννύω < αρχαία ελληνική στρώννυμι

verb στρώνω · έστρωνα · στρώσω · έστρωσα · στρώνομαι · στρώθηκα

  1. απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια καλύπτοντάς την στρώνω το τραπεζομάντηλο, στρώνω το κρεβάτι

    Opposite: ξεστρώνω, αποστρώνω

  2. έχω καλή εφαρμογή (για ρούχα, υφάσματα) σου στρώνει ωραία αυτό το πουκάμισο
  3. figuratively, μεταφορικά συμμορφώνω, κάνω κάποιον να φέρεται σωστά δε θα κάνεις ό,τι θέλεις, θα σε στρώσω!
  4. figuratively, μεταφορικά στρώνω κάποιον (στη δουλειά): αναγκάζω κάποιον να γίνει εργατικός και να αφοσιωθεί σ' αυτό που κάνει στρώνω στη δουλειά, στρώνω στη μελέτη, στρώθηκε στο διάβασμα
  5. figuratively, μεταφορικά γίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι νέος είναι, θα στρώσει!

In English

  • set to arrange with dishes and cutlery
  • plank to cover something with planking

Talk about this word

Cite this
MLA

"στρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"στρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στρώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}