συμβιβαστικός
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
συμβιβαστικός
- siɱ.vi.va.stiˈkos
어원
συμβιβαστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβιβαστικός (αυτός που συμφιλιώνει)
형용사 συμβιβαστικός · συμβιβαστική · συμβιβαστικό · συμβιβαστικού · συμβιβαστικής
- που τείνει προς το συμβιβασμό
- που περιέχει ή αποσκοπεί στο συμβιβασμό μια συμβιβαστική πρόταση
비슷한 말: συμφιλιωτικός, διαλλακτικός
유의어·반의어
형용사
비슷한 말: συμφιλιωτικός, διαλλακτικός
영어로
- conciliatory willing to conciliate
이 단어에 대해 이야기하기 "συμβιβαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συμβιβαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "συμβιβαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {συμβιβαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}