διαλλακτικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαλλακτικός

Where it comes from

διαλλακτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαλλακτικός < αρχαία ελληνική διαλλάσσω < (διά) + ἀλλάσσω / ἀλλάττω + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

adjective διαλλακτικός · διαλλακτική · διαλλακτικό · διαλλακτικού · διαλλακτικής

  1. που είναι ανοιχτός σε συμβιβασμούς, που έχει διάθεση να συζητήσει, να κάνει παραχωρήσεις για την επίλυση διαφορών, αυτός που λαμβάνει υπόψη και την αντίθετη άποψη. Αν εμφανιζόσουν λίγο πιο διαλλακτικός, θα μπορούσε το αφεντικό να χαλάρωνε τη στάση του.

Opposite: αδιάλλακτος, πεισματάρης, αυταρχικός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαλλακτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαλλακτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"διαλλακτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαλλακτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}