συμπάθεια

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συμπάθεια

  • simˈba.θi.a

Where it comes from

συμπάθεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπάθεια < συμπαθής < σύν + παθ- (πάσχω). Μορφολογικά αναλύεται σε συμ- + -πάθεια

noun συμπάθεια · συμπάθειες · συμπάθειας · συμπαθειών

  1. θετική, συναισθηματικά, στάση απέναντι σε κάτι ή κάποιον τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τη Μαρία
  2. ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στα ψηλά καπέλα
  3. το αντικείμενο της συμπάθειας ο μεγάλος μου ανιψιός είναι η συμπάθειά μου
  4. ψυχολογία συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ ατόμων που οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων συναισθημάτων
  5. ιατρική φαινόμενο κατά το οποίο ένα όργανο του σώματος αποκτά τα ίδια συμπτώματα με άλλο
  6. φυσική φαινόμενο κατά το οποίο ένα υλικό αποκτά μερικές ή παρεμφερείς ή όλες τις ιδιότητες άλλου

Similar: προτίμηση · Opposite: αντιπάθεια

Thesaurus

noun

Similar: προτίμηση · Opposite: αντιπάθεια

In English

  • like something that a person likes
  • sympathy feeling of pity or sorrow for the suffering or distress of another — see also co
  • empathy capacity to understand another person's point of view

Talk about this word

Cite this
MLA

"συμπάθεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συμπάθεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"συμπάθεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συμπάθεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}