συμπατριώτης
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
συμπατριώτης
מאיפה זה בא
συμπατριώτης < ελληνιστική < συν + πατριώτης
שם עצם συμπατριώτης · συμπατριώτες · συμπατριώτη · συμπατριωτών
- που είναι από την ίδια χώρα ※ Τότε δ΄εγώ, ἐνθουσιώδης ἐπί τῇ εἰλικρινείᾳ, ὄχι μόνον θά ὑπεβαλλόμην εἰς τήν φορολογίαν, ἀλλά καί θά προσέθετον παρά ταίς ἄλλαις ξενογλώσσοις ἐκφράσεσι καί τήν λέξιν μπαχτσίσι διὰ τούς ἁπλουστέρους καὶ φιλοδώρημα διὰ τούς λογιωτάτους τῶν συμπατριωτῶν μου (Εστία, τόμος 17ος, Ιανουάριος - Ιούνιος, 1
- που είναι από τον ίδιο τόπο
- ομοεθνής
דומה: πατριώτης, συντοπίτης
מילים נרדפות והפכים
שם עצם
דומה: πατριώτης, συντοπίτης
באנגלית
- compatriot somebody from one's own country
לדבר על המילה הזו "συμπατριώτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συμπατριώτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82 "συμπατριώτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {συμπατριώτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}