συναφής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συναφής

  • si.naˈfis

Where it comes from

συναφής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναφής

adjective συναφής · συναφές · συναφούς

  1. που συνδέεται λογικά, έχει σχέση (συνάφεια) με κάτι ※ Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)

    Similar: συνδεδεμένος, σχετικός · Opposite: άσχετος

  2. broadly, κατ’ επέκταση που μοιάζει με κάτι

    Similar: ανάλογος, παρεμφερής, παρόμοιος, συγγενής · Opposite: διαφορετικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συναφής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συναφής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82

Chicago

"συναφής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συναφής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}