σχετικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σχετικός

Where it comes from

σχετικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχετικός (σταθερός) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική relatif. Ομόρριζο (θέμα σχε-) το σχέση.

adjective σχετικός · σχετική · σχετικό · σχετικού · σχετικής

  1. που έχει σχέση με άλλο ή άλλα πράγματα
  2. ανάλογος, παρόμοιος με κάτι άλλο

    Opposite: άσχετος

  3. που δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια χωρίς να συγκριθεί με κάτι άλλο

    Opposite: απόλυτος

  4. σχεδόν επαρκής
  5. βάσεις δεδομένων οι πίνακες και οι αντίστοιχες εγγραφές (γραμμές) τους που συνδέονται λογικά με την χρήση πρωτευόντων και εξωτερικών κλειδιών (βλ. συσχέτιση, σχέση)

    Similar: σχετιζόμενος, συσχετιζόμενος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σχετικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σχετικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"σχετικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σχετικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}