συνοικία
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
συνοικία
- si.niˈci.a
어원
συνοικία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνοικία (κοινότητα, συγκρότημα κατοικιών), ελληνιστική σημασία: χωριό Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + οικία.
명사 συνοικία · συνοικίες · συνοικίας · συνοικιών
- τμήμα ενός οικισμού (πόλης, κωμόπολης κ.λπ.) με συγκεκριμένα όρια και χαρακτηριστικά ※ Έχω ένα δωμάτιο στον Ταύρο. Τη συνοικία κάτω κάτω στην οδό Πειραιώς.
비슷한 말: γειτονιά, μαχαλάς, λαϊκότροπο
유의어·반의어
명사
비슷한 말: γειτονιά, μαχαλάς, λαϊκότροπο
영어로
- quarter section of a town
- neighborhood area near one's home
이 단어에 대해 이야기하기 "συνοικία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. συνοικία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1 "συνοικία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {συνοικία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}