συντηρητικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συντηρητικό
Where it comes from
συντηρητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συντηρητικός
noun συντηρητικό · συντηρητικά · συντηρητικού · συντηρητικών
- η ουσία που βοηθά στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλει στη διατήρησή τους ώστε να μην αλλοιωθούν
adjective συντηρητικό · συντηρητικά · συντηρητικού · συντηρητικών
- αιτιατική ενικού του συντηρητικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συντηρητικός
In English
- preservative any agent, natural or artificial that acts to preserve
Talk about this word "συντηρητικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. συντηρητικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "συντηρητικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συντηρητικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}