συντηρητικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συντηρητικό

Where it comes from

συντηρητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συντηρητικός

noun συντηρητικό · συντηρητικά · συντηρητικού · συντηρητικών

  1. τεχνολογία τροφίμων η ουσία που βοηθά στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλει στη διατήρησή τους ώστε να μην αλλοιωθούν

adjective συντηρητικό · συντηρητικά · συντηρητικού · συντηρητικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του συντηρητικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συντηρητικός

In English

  • preservative any agent, natural or artificial that acts to preserve

Talk about this word

Cite this
MLA

"συντηρητικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συντηρητικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"συντηρητικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συντηρητικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}