συσκευή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συσκευή
- si.sceˈvi
Where it comes from
συσκευή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συσκευή < σύν (συ-) + αρχαία ελληνική σκευή (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική appareil)
noun συσκευή · συσκευές · συσκευής · συσκευών
- κατασκευή που αποτελείται από διάφορα επιμέρους εξαρτήματα ή μηχανισμούς και εκτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία ή εργασία
- device: είναι ηλεκτρονική κατασκευή, που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) και την κεντρική μνήμη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή και παρέχει ή δέχεται δεδομένα Διακρίνονται σε συσκευές εισόδου, εξόδου, εισόδου και εξόδου και περιφερειακές συσκευές
In English
Talk about this word "συσκευή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. συσκευή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE "συσκευή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συσκευή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}