מיקווין

σφάλμα

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

σφάλμα

  • ˈsfal.ma

מאיפה זה בא

σφάλμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σφάλμα < σφάλλω

שם עצם σφάλμα · σφάλματα · σφάλματος · σφαλμάτων

  1. καθετί εσφαλμένο, που δε γίνεται σωστά έχω υποπέσει πολλές φορές σε σφάλματα
  2. η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα βαρύ σφάλμα
  3. μαθηματικά η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην πραγματική τιμή μιας μαθηματικής πράξης και στην τιμή που προκύπτει μετά από εκτίμηση ή υπολογισμό

דומה: αμαρτία, λάθος, παράπτωμα · הפך: σωστό

מילים נרדפות והפכים

שם עצם

דומה: αμαρτία, λάθος, παράπτωμα · הפך: σωστό

באנגלית

  • mistake error — see also error
  • bug problem that needs fixing (especially in computing)
  • error mistake — see also mistake

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"σφάλμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σφάλμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%BC%CE%B1

Chicago

"σφάλμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σφάλμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}