λάθος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λάθος
- ˈla.θos
Where it comes from
λάθος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λάθος < αρχαία ελληνική λανθάνω, θέμα λαθ-
noun λάθος · λάθη · λάθους · λαθών
- καθετί που αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δε λέγεται ή που δε γίνεται σωστά τυπογραφικό λάθος, μαθαίνω από τα λάθη μου
- ατυχής επιλογή, πράξη, εκτίμηση μιας κατάστασης Έκανα λάθος που τους πίστεψα.
- καθετί που βρίσκεται σε απόσταση από την αλήθεια ή την πραγματικότητα Απαντήστε με Σωστό ή Λάθος στην παρακάτω άσκηση.
- η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική τιμή που προκύπτει από μια μαθηματική πράξη και στην τιμή που βρίσκει κάποιος από αυτήν Έχεις κάνει λάθος στη διαίρεση.
Similar: αβλεψία, ανακρίβεια, ολίσθημα, παράπτωμα, πλάνη, σφάλμα · Opposite: ορθό, σωστό
adjective λάθος · λάθη · λάθους · λαθών
- εσφαλμένος, σφαλερός Πήρα λάθος λεωφορείο.
adverb λάθος · λάθη · λάθους · λαθών
-
κατά μη ορθό, κανονικό τρόπο
Ααα, μάλλον λάθος σε κατάλαβα.
Similar: λανθασμένα, εσφαλμένα
Thesaurus
In English
Talk about this word "λάθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λάθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82 "λάθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λάθος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}