λάθος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λάθος

  • ˈla.θos

Where it comes from

λάθος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λάθος < αρχαία ελληνική λανθάνω, θέμα λαθ-

noun λάθος · λάθη · λάθους · λαθών

  1. καθετί που αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δε λέγεται ή που δε γίνεται σωστά τυπογραφικό λάθος, μαθαίνω από τα λάθη μου
  2. ατυχής επιλογή, πράξη, εκτίμηση μιας κατάστασης Έκανα λάθος που τους πίστεψα.
  3. καθετί που βρίσκεται σε απόσταση από την αλήθεια ή την πραγματικότητα Απαντήστε με Σωστό ή Λάθος στην παρακάτω άσκηση.
  4. η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική τιμή που προκύπτει από μια μαθηματική πράξη και στην τιμή που βρίσκει κάποιος από αυτήν Έχεις κάνει λάθος στη διαίρεση.

Similar: αβλεψία, ανακρίβεια, ολίσθημα, παράπτωμα, πλάνη, σφάλμα · Opposite: ορθό, σωστό

adjective λάθος · λάθη · λάθους · λαθών

  1. familiar, προφορικό εσφαλμένος, σφαλερός Πήρα λάθος λεωφορείο.

adverb λάθος · λάθη · λάθους · λαθών

  1. familiar, προφορικό κατά μη ορθό, κανονικό τρόπο Ααα, μάλλον λάθος σε κατάλαβα.

    Similar: λανθασμένα, εσφαλμένα

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λάθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λάθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82

Chicago

"λάθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λάθος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}