σχέση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σχέση
Where it comes from
σχέση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχέσις < ἔχω
: για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική relation
noun σχέση · σχέσεις · σχέσης · σχέσεων
- ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους Το δοκίμιο εξετάζει τη σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής άνθισης.
- οι δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας περνούσαν κρίση.
- ο ερωτικός δεσμός, το ειδύλλιο Η Μαρία αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον Γιάννη.
- η επαφή, η επικοινωνία Παρά την απόσταση, διατηρούμε τις σχέσεις μας.
- σύνολο ομοειδών πλειάδων (γραμμών), που διαφέρουν μεταξύ τους στα δεδομένα που περιέχουν ※ Το βασικό δομικό στοιχείο του σχεσιακού μοντέλου είναι η σχέση (relation) ή πίνακας (table).
-
η συσχέτιση (αντιστοίχιση) μεταξύ των γραμμών (rows) διαφορετικών πινάκων (tables) με την χρήση πρωτευόντων (primary keys) και εξωτερικών κλειδιών (foreign keys)
υπώνυμα : ένα-προς-ένα, ένα-προς-πολλά, πολλά-προς-ένα, πολλά-προς-πολλά
Similar: συσχέτιση, relationship
In English
- gear a particular combination or choice of interlocking gears
- liaison a tryst, romantic meeting
- relevance property or state of being relevant, pertinency
- relationship connection or association
Talk about this word "σχέση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. σχέση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7 "σχέση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σχέση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}