σχολή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σχολή
- sxoˈli
Sounds like σχόλη
Where it comes from
σχολή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολή στη σημασία «εκπαιδευτικός χώρος» (αρχαία σημασία: απραξία, για το οποίο δείτε και σχόλη)
:* για την υποδιαίρεση πανεπιστημιακού μαθήματος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική faculté, école ή τη γερμανική Fakultät
:* για το σύστημα, τεχνοτροπία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική > λατινική schola < αρχαία ελληνική σχολή
noun σχολή · σχολές · σχολής · σχολών
- εκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει εξωσχολικές σπουδές σχολή χορού, δραματική σχολή
- το σύνολο των καθηγητών ή των μαθητών αυτού του οργανισμού
- το κτίριο αυτού του οργανισμού
- σύστημα φιλοσοφικό, πνευματικό ή καλλιτεχνική τεχνοτροπία ※ Η Νουβέλ Βαγκ αποτέλεσε περισσότερο κίνημα και όχι σχολή, μιας που δεν υπάρχουν κριτήρια πέραν από αντίθεση στη κινηματογραφική καθεστηκυία τάξη. […] Η Νουβέλ Βαγκ υπενθυμίζει στους καλλιτέχνες να επικεντρώνονται και να ερευνούν εις βάθος τα προβλήματα, που ταλανίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες και ν
In English
Talk about this word "σχολή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. σχολή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AE "σχολή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σχολή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}