σχόλη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σχόλη¹

  • ˈsxo.li

Sounds like σχολή

Where it comes from

σχόλη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σχόλη < αρχαία ελληνική σχολή με αλλαγή του τονισμού για διαφοροποίηση από την σχολή < (ή μέσω του σχολάζω)

noun σχόλη · σχόλες · σχόλης

  1. ημέρα αργίας, αργία Στη δικιά μας τη δουλειά δεν υπάρχουν καθημερινές και σχόλες.
  2. ※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016) ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ , Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398

Σχόλη²

Where it comes from

Σχόλη < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Σχόλη

  1. ημιορεινό χωριό της Άνδρου, βορειοανατολικά του Γαυρίου

Talk about this word

Cite this
MLA

"σχόλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σχόλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B7

Chicago

"σχόλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σχόλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}