σωστός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σωστός

  • soˈstos

Where it comes from

σωστός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωστός (σωσμένος) (η σημασία, μεσαιωνική) < σῴζω

adjective σωστός · σωστή · σωστό · σωστού · σωστής

  1. που ανταποκρίνεται στην αλήθεια Η λύση της άσκησης έδωσε το σωστό αποτέλεσμα.

    Opposite: λανθασμένος, λάθος

  2. που γίνεται με κατάλληλο τρόπο, εκπληρώνοντας όλες τις προδιαγραφές
  3. κάποιος που δρα σύμφωνα με τα αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς Είναι πολύ σωστός σε όλα του.
  4. πραγματικός, αληθινός κάνω σωστή' βλακεία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σωστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σωστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"σωστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σωστός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}