σύλληψη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σύλληψη

Where it comes from

σύλληψη < αρχαία ελληνική σύλληψις < συλλαμβάνω

noun σύλληψη · συλλήψεις · σύλληψης · συλλήψεων

  1. η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο όλοι οι δραπέτες οδηγήθηκαν, μετά τη σύλληψή τους, στα κρατητήρια της ασφάλειας
  2. η συνένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου με αποτέλεσμα τη δημιουργία αρχικού κυττάρου οργανισμού
  3. broadly, figuratively, κατ’ επέκταση, μεταφορικά η αρχική νοητική αναπαράσταση μιας ιδέας ※ Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.

In English

  • arrest legal: process of arresting a criminal, suspect etc
  • conception initiation of an embryonic animal life
  • concept something understood and retained in the mind

Talk about this word

Cite this
MLA

"σύλληψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύλληψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7

Chicago

"σύλληψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύλληψη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}