σύλληψη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σύλληψη
Where it comes from
σύλληψη < αρχαία ελληνική σύλληψις < συλλαμβάνω
noun σύλληψη · συλλήψεις · σύλληψης · συλλήψεων
- η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο όλοι οι δραπέτες οδηγήθηκαν, μετά τη σύλληψή τους, στα κρατητήρια της ασφάλειας
- η συνένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου με αποτέλεσμα τη δημιουργία αρχικού κυττάρου οργανισμού
- η αρχική νοητική αναπαράσταση μιας ιδέας ※ Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
In English
- arrest legal: process of arresting a criminal, suspect etc
- conception initiation of an embryonic animal life
- concept something understood and retained in the mind
Talk about this word "σύλληψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σύλληψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7 "σύλληψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σύλληψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}