σύμπραξη
Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
σύμπραξη
- ˈsim.bra.ksi
Nó đến từ đâu
σύμπραξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύμπρα(ξις) (βοήθεια) + -ξη. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + πράξη.
danh từ σύμπραξη · συμπράξεις · σύμπραξης · συμπράξεων
- η συνεργασία, η κοινή ενέργεια για την επίτευξη ενός κοινού έργου σύμπραξη επιχειρήσεων με σκοπό τον επηρεασμό των τιμών
- παράταξη ανθρώπων και ένωσή τους υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις ή σκοπούς
- πολιτική παράταξη, το κόμμα, η συνιστώσα (η οποία ανήκει σε ευρύτερο σχήμα)
- ο συνασπισμός κομμάτων (στον οποίο ανήκουν επιμέρους συνιστώσες) - Προσοχή: να μη συγχέεται με τον προηγούμενο ορισμό λόγω ομοιότητας
- η συμμαχία, το ενιαίο μέτωπο, το μπλοκ σύμπραξη των ολοκληρωτικών καθεστώτων κατά των δημοκρατικών
Tương tự: συνέργεια, κοινή δράση, από κοινού δράση, συμπαράταξη, συστράτευση
Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
danh từ
Tương tự: συνέργεια, κοινή δράση, από κοινού δράση, συμπαράταξη, συστράτευση
Bằng tiếng Anh
Trò chuyện về từ này "σύμπραξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. σύμπραξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7 "σύμπραξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {σύμπραξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}