σύμπραξη

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

σύμπραξη

  • ˈsim.bra.ksi

Nó đến từ đâu

σύμπραξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύμπρα(ξις) (βοήθεια) + -ξη. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + πράξη.

danh từ σύμπραξη · συμπράξεις · σύμπραξης · συμπράξεων

  1. η συνεργασία, η κοινή ενέργεια για την επίτευξη ενός κοινού έργου σύμπραξη επιχειρήσεων με σκοπό τον επηρεασμό των τιμών
  2. παράταξη ανθρώπων και ένωσή τους υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις ή σκοπούς
  3. πολιτική παράταξη, το κόμμα, η συνιστώσα (η οποία ανήκει σε ευρύτερο σχήμα)
  4. ο συνασπισμός κομμάτων (στον οποίο ανήκουν επιμέρους συνιστώσες) - Προσοχή: να μη συγχέεται με τον προηγούμενο ορισμό λόγω ομοιότητας
  5. η συμμαχία, το ενιαίο μέτωπο, το μπλοκ σύμπραξη των ολοκληρωτικών καθεστώτων κατά των δημοκρατικών

Tương tự: συνέργεια, κοινή δράση, από κοινού δράση, συμπαράταξη, συστράτευση

Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

Bằng tiếng Anh

  • synergy benefits from combining different groups, people, objects or processes
  • trust a group of businessmen or traders

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"σύμπραξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σύμπραξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7

Chicago

"σύμπραξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύμπραξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}