συστράτευση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συστράτευση
Where it comes from
συστράτευση < συστρατεύ(ομαι) + -ση < αρχαία ελληνική συστρατεύω
noun συστράτευση · συστρατεύσεις · συστράτευσης · συστρατεύσεων
-
συνεργασία ατόμων για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινών στόχων
※ Τέλος, υπάρχει και η εκδοχή των οικογενειακών επιχειρήσεων στις οποίες επικρατεί απόλυτη ηρεμία και σύμπνοια, πλήρης συστράτευση όλων των μετόχων, ομόφωνη αποδοχή των αποφάσεων. Αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο – ίσως και αφύσικο, γιατί η διαφορετικότητα είναι μέσα στη φύση, και γι' αυτό όταν απουσιάζ
Similar: συμπαράταξη, σύμπραξη, συνασπισμός
Talk about this word "συστράτευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. συστράτευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7 "συστράτευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συστράτευση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}