σύντροφος
Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
σύντροφος
- ˈsin.dɾo.fos
यह कहाँ से आया
σύντροφος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική σύντροφος < σύν- + τρέφω
: (για ζώο) (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική compagnon
: (προσφώνηση μέλους) (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική compagno
संज्ञा σύντροφος · σύντροφοι · συντρόφου · σύντροφου · συντρόφων · σύντροφο
- που συζεί με κάποιον, που είναι μαζί με κάποιον
- σύζυγος, ταίρι
- συμπαραστάτης
- φίλος του ανθρώπου, που του κρατά συντροφιά
-
προσφώνηση μελών σοσιαλιστικών ή κομμουνιστικών κομμάτων
θηλυκό: συντρόφισσα
मिलते-जुलते: συντρόφι
- συνεταίρος
अंग्रेज़ी में
इस शब्द पर बात करें "σύντροφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. σύντροφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82 "σύντροφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {σύντροφος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}