ταλαίπωρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταλαίπωρος¹
Where it comes from
ταλαίπωρος < αρχαία ελληνικήταλαίπωρος < τάλας (< τλάω (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *telh₂-) + -πωρος (πβ.πωρός / πῶρος)
adjective ταλαίπωρος · ταλαίπωρη · ταλαίπωρο · ταλαίπωρου · ταλαίπωρης
- καταπονημένος σωματικά ή ψυχικά Άφησέ τον να κοιμηθεί, τον ταλαίπωρο!
- άτυχος, δύστυχος, κακομοίρης Ένας ταλαίπωρος άνθρωπος είναι, όλα στραβά του βγήκανε!
Similar: βασανισμένος, καταπονημένος, κουρασμένος, παιδεμένος
Ταλαίπωρος²
Where it comes from
Ταλαίπωρος < ταλαίπωρος
proper noun Ταλαίπωρος · Ταλαίπωροι · Ταλαίπωρου · Ταλαίπωρων · Ταλαίπωρο · Ταλαίπωρους
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: βασανισμένος, καταπονημένος, κουρασμένος, παιδεμένος
In English
- poor used to express pity
Talk about this word "ταλαίπωρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ταλαίπωρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82 "ταλαίπωρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταλαίπωρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}