मिकविन

τεχνικός

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

τεχνικός

  • te.xniˈkos
  • te.xniˈci
  • te.xniˈko

यह कहाँ से आया

τεχνικός < ελληνιστική κοινή τεχνικός ("ικανός, καλλιτεχνικός") < αρχαία ελληνική. Αναλύεται σε τέχνη + -ικός

:: Για το ουσιαστικό < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική technicien

विशेषण τεχνικός · τεχνική · τεχνικό · τεχνικού · τεχνικής

  1. σχετικός με την πρακτική εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων τεχνική ορολογία, τεχνικός όρος

    मिलते-जुलते: τεχνολογικός

  2. που έχει γίνει με μεγάλη δεξιότητα

    मिलते-जुलते: δεξιοτεχνικός

संज्ञा τεχνικός · τεχνική · τεχνικό · τεχνικού · τεχνικής

  1. επάγγελμα επιστήμονας που ειδικεύεται στην πρακτική εφαρμογή θεωρητικών επιστημών
  2. ειδικευμένος τεχνίτης τεχνικός τηλεοράσεων

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"τεχνικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τεχνικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"τεχνικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τεχνικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}