τιμή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τιμή

Where it comes from

τιμή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τιμή

:* μαθηματική τιμή < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική valeur

noun τιμή · τιμές · τιμής · τιμών

  1. το χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για να αποκτήσει ένα ορισμένο πράγμα ή υπηρεσία
  2. ο σεβασμός που έχουν ή δείχνουν άλλοι για κάποιον, και η δήλωση αυτού του σεβασμού
  3. η προσωπική αντίληψη κάποιου για τη δική του αξία που απορρέει από τη φύση του ως ανθρώπου
  4. η καλή φήμη κάποιου η οποία στηρίζεται στην προσωπική αίσθηση του ηθικού ορθού και δικαίου
  5. προνόμιο ήταν τιμή μου να γευματίσω με τον τάδε
  6. μαθηματικά μέγεθος ή ποσότητα που εκφράζει μια μεταβλητή
  7. προγραμματισμός value: το περιεχόμενο μεταβλητής (variable) ή το αποτέλεσμα συνάρτησης (return value) που μπορεί να είναι ένας αρχέγονος τύπος (primitive) ή ένας σύνθετος (composite data type)

In English

  • quote a summary of work to be done with a set price
  • price cost required to gain possession of something
  • value numerical quantity measured or assigned or computed
  • kudos praise, accolades
  • honor recognition of importance or spiritual value; respect

Talk about this word

Cite this
MLA

"τιμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τιμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AE

Chicago

"τιμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τιμή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}