मिकविन

τολμηρός

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

τολμηρός

  • tol.miˈɾos

यह कहाँ से आया

τολμηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τολμηρός < τόλμ(η) + -ηρός

विशेषण τολμηρός · τολμηρή · τολμηρό · τολμηρού · τολμηρής

  1. που δε διστάζει να κάνει επικίνδυνες ενέργειες, για να υπερνικήσει εμπόδια ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκης, 2020

    मिलते-जुलते: απόκοτος, αποφασιστικός, άφοβος, ριψοκίνδυνος · विलोम: άτολμος, δειλός, διστακτικός

  2. που έχει θράσος ή/και αναίδεια

    मिलते-जुलते: αναιδής, θρασύς

  3. που υπερβαίνει τα όρια της ηθικής (ειδικότερα) που προκαλεί ερωτικά με το περιεχόμενο ή την εμφάνιση

अंग्रेज़ी में

  • bold courageous, daring
  • valiant possessing or showing courage or determination
  • spicy racy

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"τολμηρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BC%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τολμηρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BC%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"τολμηρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BC%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τολμηρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BC%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}