δειλός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δειλός

Where it comes from

δειλός < αρχαία ελληνική δειλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwey- (φοβάμαι)

adjective δειλός · δειλή · δειλό · δειλού · δειλής

  1. που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες

    Opposite: γενναίος, θαρραλέος, τολμηρός

  2. που του λείπει η αποφασιστικότητα, που διστάζει ή που ντρέπεται δειλή προσπάθεια, δειλή ματιά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δειλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δειλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"δειλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δειλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}