米克温

τουρίστας

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

τουρίστας

  • tuˈɾi.stas

它从哪里来

τουρίστας < (άμεσο δάνειο) ιταλική turista + -ς < αγγλική tourist ή γαλλική touriste < tour, γύρος, περιήγηση

名词 τουρίστας · τουρίστες · τουρίστα · τουριστών

  1. αυτός που ταξιδεύει για ευχαρίστηση ή διακοπές κι όχι για δουλειά ※ Τα μεσημέρια είχε δουλειά μόνο τα καλοκαίρια που έρχονταν οι τουρίστες. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
  2. ο περιηγητής, ο ταξιδιώτης

相近词: περιηγητής, ταξιδιώτης, ξένος

同义词与反义词

英语

  • tourist someone who travels for pleasure

讨论这个词

引用
MLA

"τουρίστας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τουρίστας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82

Chicago

"τουρίστας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τουρίστας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}