τρέλα

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

τρέλα¹

  • ˈtɾe.la

De unde vine

τρέλα < τρελ(αίνω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός)

substantiv τρέλα · τρέλες · τρέλας · τρελών

  1. ιατρική παθολογική κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η πνευματική ισορροπία και η λογική του ανθρώπου

    Asemănătoare: παραφροσύνη, φρενοβλάβεια

  2. η απερίσκεπτη ενέργεια

    Asemănătoare: ανοησία, βλακεία, λωλάδα, λωλαμάρα, παλαβομάρα

  3. plural, στον πληθυντικό οι απερισκεψίες Σταμάτα να κάνεις τρέλες και λογικέψου!
  4. figuratively, μεταφορικά η ιδιοτροπία
  5. figuratively, μεταφορικά το πάθος

    Asemănătoare: μεράκι, λόξα, ψώνιο

  6. για κάτι που είναι πολύ όμορφο Αγόρασα ένα παλτουδάκι, τρέλα.

adverb τρέλα · τρέλες · τρέλας · τρελών

  1. εξαιρετικά, θαυμάσια

    Asemănătoare: θαύμα, μούρλια

Τρέλα²

De unde vine

Τρέλα < → λείπει η ετυμολογία

substantiv propriu Τρέλα · Trela

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"τρέλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρέλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1

Chicago

"τρέλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρέλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}