τρίγωνο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρίγωνο
- ˈtɾi.ɣo.no
Where it comes from
τρίγωνο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρίγωνον < ουδέτερο του τρίγωνος
noun τρίγωνο · τρίγωνα · τριγώνου · τρίγωνου · τριγώνων
- επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που σχηματίζεται από τρία ευθύγραμμα τμήματα των οποίων και οι δύο άκρες βρίσκονται ενωμένες μεταξύ τους, διαδοχικά του ενός με του άλλου ισόπλευρο, ορθογώνιο, ισοσκελές, σκαληνό τρίγωνο
- κατασκευασμένο από ένα μεταλλικό έλασμα που έχει τριγωνικό σχήμα τα παιδάκια λένε τα κάλαντα χτυπώντας ένα τρίγωνο
- είδος γλυκού που αποτελείται από κρέμα τοποθετημένη μέσα σε φύλλο κρούστας
-
ξυλουργικό εργαλείο για τη μέτρηση γωνιών
Similar: γωνία
- αντικείμενο με τριγωνικό σχήμα Ο Δημήτρης έβαλε ένα προειδοποιητικό τρίγωνο για λόγους ασφαλείας, όταν έπαθε βλάβη το αυτοκίνητό του στον αυτοκινητόδρομο.
In English
- triangle polygon
Talk about this word "τρίγωνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. τρίγωνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%BF "τρίγωνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρίγωνο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}