τρίτη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Τρίτη¹
Where it comes from
Τρίτη < ελληνιστική κοινή Τρίτη (εννοείται η τρίτη ημέρα μετά το Σάββατο), ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου τρίτος
proper noun Τρίτη · Τρίτες · Τρίτης · Τριτών
- η τρίτη μέρα της εβδομάδας· προηγείται η Δευτέρα και ακολουθεί η Τετάρτη
- η τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείο
- «τρίτη» όταν υπάρχει σε τίτλους η Τρίτη του Μπετόβεν, η Ηρωική, μ' αρέσει πολύ (εννοείται: Τρίτη συμφωνία)
τρίτη²
Where it comes from
τρίτη < θηλυκό του τρίτος
noun τρίτη · τρίτος
- η τρίτη συμφωνία του Μπετόβεν, η «Ηρωική» Η Τρίτη είναι καλύτερη από την Ποιμενική.
- η τρίτη δύναμη ή ο κύβος Ύψωσε όλη την παράσταση στην τρίτη και υπολόγισε την τιμή της για x=3.
- θέση στο κιβώτιο ταχυτήτων αυτοκινήτου Βάλε τρίτη γιατί με την δευτέρα ζορίζεις την μηχανή χωρίς λόγο.
- μία από τις τάξεις στο Δημοτικό Σχολείο, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο Μεγάλωσε το παιδί μας και τώρα θα πάει στην τρίτη.
adjective τρίτη
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίτος
In English
- Tuesday day of the week
Talk about this word "τρίτη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. τρίτη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7 "τρίτη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρίτη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}