τρίτη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Τρίτη¹

Where it comes from

Τρίτη < ελληνιστική κοινή Τρίτη (εννοείται η τρίτη ημέρα μετά το Σάββατο), ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου τρίτος

proper noun Τρίτη · Τρίτες · Τρίτης · Τριτών

  1. η τρίτη μέρα της εβδομάδας· προηγείται η Δευτέρα και ακολουθεί η Τετάρτη
  2. η τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείο
  3. «τρίτη» όταν υπάρχει σε τίτλους η Τρίτη του Μπετόβεν, η Ηρωική, μ' αρέσει πολύ (εννοείται: Τρίτη συμφωνία)

τρίτη²

Where it comes from

τρίτη < θηλυκό του τρίτος

noun τρίτη · τρίτος

  1. μουσική η τρίτη συμφωνία του Μπετόβεν, η «Ηρωική» Η Τρίτη είναι καλύτερη από την Ποιμενική.
  2. μαθηματικά η τρίτη δύναμη ή ο κύβος Ύψωσε όλη την παράσταση στην τρίτη και υπολόγισε την τιμή της για x=3.
  3. μηχανική θέση στο κιβώτιο ταχυτήτων αυτοκινήτου Βάλε τρίτη γιατί με την δευτέρα ζορίζεις την μηχανή χωρίς λόγο.
  4. εκπαίδευση μία από τις τάξεις στο Δημοτικό Σχολείο, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο Μεγάλωσε το παιδί μας και τώρα θα πάει στην τρίτη.

adjective τρίτη

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίτος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρίτη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τρίτη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7

Chicago

"τρίτη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρίτη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}