τριβή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τριβή

Where it comes from

τριβή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τριβή < τρίβω

noun τριβή · τριβές · τριβής · τριβών

  1. φυσική, μηχανολογία η αντίσταση στη κίνηση ενός σώματος πάνω σε μια επιφάνεια, ή μέσα σ΄ ένα ρευστό μέσον Η τριβή ως δύναμη έχει αντίθετη φορά της κίνησης και συμβολίζεται με το γράμμα Τ. Διακρίνεται σε στατική τριβή, τριβή ολίσθησης και τριβή κύλισης.
  2. η φθορά που παρατηρείται από την παραπάνω αντίσταση
  3. figuratively, μεταφορικά η απόκτηση εμπειρίας πάνω σε ένα θέμα ή δραστηριότητα

In English

  • friction The rubbing of one object or surface against another
  • attrition wearing by friction

Talk about this word

Cite this
MLA

"τριβή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τριβή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE

Chicago

"τριβή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τριβή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}