τριβή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τριβή
Where it comes from
τριβή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τριβή < τρίβω
noun τριβή · τριβές · τριβής · τριβών
- η αντίσταση στη κίνηση ενός σώματος πάνω σε μια επιφάνεια, ή μέσα σ΄ ένα ρευστό μέσον Η τριβή ως δύναμη έχει αντίθετη φορά της κίνησης και συμβολίζεται με το γράμμα Τ. Διακρίνεται σε στατική τριβή, τριβή ολίσθησης και τριβή κύλισης.
- η φθορά που παρατηρείται από την παραπάνω αντίσταση
- η απόκτηση εμπειρίας πάνω σε ένα θέμα ή δραστηριότητα
In English
Talk about this word "τριβή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. τριβή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE "τριβή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τριβή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}