τρυφερός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρυφερός¹

  • tɾi.feˈɾos

Where it comes from

τρυφερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρυφερός → δείτε τη λέξη τρυφή

adjective τρυφερός · τρυφερή · τρυφερό · τρυφερού · τρυφερής

  1. για ανθρώπους ευγενικός και ευαίσθητος, λεπτός, γλυκός ※ Μετά τινας ἡμέρας, αἴφνης, κατόπιν δυὸ τριῶν ὡρῶν ἀπουσίας τοῦ συζύγου — ἀσυνήθους ἄλλως — ὁ οὐρανὸς αἰθρίασεν. Ἐκεῖνος ἔγεινεν ὁ σύζυγος τῶν πρώτων ἡμερῶν· εὔθυμος, διαχυτικός, τρυφερός… προπάντων τρυφερός, ὡσὰν εἰκοσαετὴς νεανίας. (Παναγιώτης Αξιώτης, Η αντίζηλος, 1899)

    Opposite: σκληρός, τραχύς

  2. για κάτι που εκφράζει έναν τρυφερό άνθρωπο
  3. που πληγώνεται εύκολα, ευαίσθητος τρυφερή ηλικία
  4. για ενέργειες απαλός και ευαίσθητος ένα τρυφερό χάδι
  5. για τροφές που μασιέται εύκολα

    Opposite: σκληρός

Τρυφερός²

Where it comes from

Τρυφερός < τρυφερός

proper noun Τρυφερός · Τρυφεροί · Τρυφερού · Τρυφερών · Τρυφερό · Τρυφερούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρυφερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρυφερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"τρυφερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρυφερός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}