σκληρός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκληρός¹
- skliˈɾos
Where it comes from
σκληρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκληρός
adjective σκληρός · σκληρή · σκληρό · σκληρού · σκληρής
-
συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία
Opposite: μαλακός
- που φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη ※ ...άρχισαν να φεύγουν ένας ένας με την απορία πώς ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να είναι τόσο σκληροί κι ανάλγητοι. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022)
-
που αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες
Similar: σκληραγωγημένος
- ανυποχώρητος
- κουραστικός, επαχθής
- επιβλαβής, δυσάρεστος
- που περιέχει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ※ Γέμιζα τις τσέπες μου με ξηρούς καρπούς, το ποτήρι μου με βερμούτ -το σκληρότερο ποτό στον μπουφέ- και καθόμουν παράμερα. (Πέτρος Τατσόπουλος Το αγόρι της πρωινής συγγνώμης [διήγημα])
- δυνατός, (για καιρικές συνθήκες) απότομος ※ 1824 ⌘ Ανδρέας Κάλβος, ᾨδὴ τετάρτη [IV] «Εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον», 1η στροιφή, ποιητική συλλογή Λύρα. Γενεύη, 1824.
Σκληρός²
Where it comes from
Σκληρός < σκληρός
proper noun Σκληρός · Σκληροί · Σκληρού · Σκληρών · Σκληρό · Σκληρούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "σκληρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σκληρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82 "σκληρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκληρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}