τρυφηλός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρυφηλός

Where it comes from

τρυφηλός < τρυφή + -ηλός

adjective τρυφηλός · τρυφηλή · τρυφηλό · τρυφηλού · τρυφηλής

  1. αυτός που αρέσκεται στην χλιδή και στην καλοπέραση ※ Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)
  2. αυτός που δεν έχει σκληραγωγηθεί, ο μαλθακός
  3. κάτι το απολαυστικό, το πλουσιοπάροχο ※ οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)

Similar: αβροδίαιτος, καλοπερασάκιας, χλιδάτος, φιλήδονος, μαλθακός · Opposite: λιτοδίαιτος, σκληραγωγημένος

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρυφηλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρυφηλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"τρυφηλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρυφηλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}