τρόφιμο

Ελληνικά

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

τρόφιμο

  • ˈtɾo.fi.mo

De onde vem

τρόφιμο < ελληνιστική κοινή τρόφιμα (πληθυντικός του τρόφιμον) < ουδέτερο, αρχαία ελληνική τρόφιμος (θρεπτικός)

substantivo τρόφιμο · τρόφιμα · τροφίμου · τρόφιμου · τροφίμων

  1. plural normally, συνήθως στον πληθυντικό οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει τροφή για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα ως προϊόν που μπορεί να αγοραστεί, αποθηκευτεί κλπ ※ Άσχημα παρασκευασμένον, με ελλιπείς ποσότητας τροφίμων, συσσίτιον, αυθαιρεσία και ρεμούλα, εις την διαχείρισιν των τροφίμων από τους αξιωματικούς και τα όργανα υπηρεσίας, αίτινες επανειλημμένως έχουν αναφερθεί εις τους ανώτερούς μας, χωρίς να τεθεί τέρμα (Μακρόνησος: Ιστορικός τόπος, εκδ. Σύγχρονη

substantivo τρόφιμο · τρόφιμα · τροφίμου · τρόφιμου · τροφίμων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του τρόφιμος

Em inglês

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"τρόφιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρόφιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"τρόφιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρόφιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}