Μίκουιν

τσεκούρι

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

τσεκούρι

  • t͡seˈku.ɾi

Από πού έρχεται

τσεκούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis.

ουσιαστικό τσεκούρι · τσεκούρια · τσεκουριού · τσεκουριών

  1. εργαλείο εργαλείο κοπής ξύλου, αποτελούμενο από ξύλινη ή μεταλλική λαβή και βαριά μεταλλική κεφαλή με κοφτερή λεπίδα, που χρησιμοπεύει κυρίως στο κόψιμο ή το πελέκημα δέντρων και ξύλων ≈ συνώνυμα: πέλεκυς, πελέκι
  2. ιστορία, οπλισμός πολεμικό όπλο με μορφή παρόμοια με εκείνη του εργαλείου ≈ συνώνυμα: πέλεκυς, πελέκι
  3. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό δραστική περικοπή ή αυστηρό μέτρο, ιδίως σε δαπάνες, μισθούς κτλ. Έπεσε τσεκούρι στις συντάξεις.
  4. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό πολύ χαμηλή ή απορριπτική βαθμολογία σε εξετάσεις Φημολογείται ότι με τον νέο καθηγητή θα πέσει τσεκούρι στην φυσική.
  5. broadly, κατ’ επέκταση αυστηρός βαθμολογητής
  6. slang, αργκό, αθλητισμός αμυντικός ποδοσφαιριστής που παίζει σκληρά ή αντιαθλητικά και τραυματίζει τους αντιπάλους

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"τσεκούρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσεκούρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9

Chicago

"τσεκούρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσεκούρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}