τσεκούρι
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
τσεκούρι
- t͡seˈku.ɾi
Από πού έρχεται
τσεκούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis.
ουσιαστικό τσεκούρι · τσεκούρια · τσεκουριού · τσεκουριών
- εργαλείο κοπής ξύλου, αποτελούμενο από ξύλινη ή μεταλλική λαβή και βαριά μεταλλική κεφαλή με κοφτερή λεπίδα, που χρησιμοπεύει κυρίως στο κόψιμο ή το πελέκημα δέντρων και ξύλων ≈ συνώνυμα: πέλεκυς, πελέκι
- πολεμικό όπλο με μορφή παρόμοια με εκείνη του εργαλείου ≈ συνώνυμα: πέλεκυς, πελέκι
- δραστική περικοπή ή αυστηρό μέτρο, ιδίως σε δαπάνες, μισθούς κτλ. Έπεσε τσεκούρι στις συντάξεις.
- πολύ χαμηλή ή απορριπτική βαθμολογία σε εξετάσεις Φημολογείται ότι με τον νέο καθηγητή θα πέσει τσεκούρι στην φυσική.
- αυστηρός βαθμολογητής
- αμυντικός ποδοσφαιριστής που παίζει σκληρά ή αντιαθλητικά και τραυματίζει τους αντιπάλους
Στα αγγλικά
- axe tool
Συζήτησε αυτή τη λέξη "τσεκούρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. τσεκούρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9 "τσεκούρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {τσεκούρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}