τσοκ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσοκ

Where it comes from

τσοκ < (άμεσο δάνειο) αγγλική choke

noun τσοκ

  1. παλαιότερο εξάρτημα (είδος κλαπέτου) οχημάτων με μηχανή εσωτερικής καύσης που ρυθμίζει το μείγμα καυσίμου - αέρα στο καρμπυρατέρ· το χρησιμοποιούσαν για να βοηθήσουν την εκκίνηση του κινητήρα τις κρύες μέρες κλείνοντας την παροχή αέρα και τροφοδοτώντας έτσι τη μηχανή με πλουσιότερο μείγμα

    Similar: αέρας

  2. στένεμα στο τέλος της κάννης φορητών πυροβόλων όπλων
  3. στρογγυλή μέγγενη με 3 ή 4 δόντια, των οποίων το άνοιγμα ρυθμίζεται με ειδικό κλειδί· στους τόρνους εκεί στερεώνεται το κυλιδρικό κομμάτι μετάλλου που θέλουμε να επεξεργαστούμε· στα δράπανα εκεί προσαρμόζονται τρυπάνια διαφορετικών μεγεθών

noun τσοκ

  1. τάκος ακινητοποίησης, που εφαρμόζει στους τροχούς των σταθμευμένων αεροπλάνων ※ Το λάθος που το έριξαν σε έναν σμηνίτη που αφαίρεσε τα τσοκ (τροχοεμποδιστήρες) από τους τροχούς, προφανώς και δεν ανήκει σε εκείνον (από το κείμενο «Η επιχείρηση “Νίκη” όπως την έζησε ο ηρωικός πιλότος Δημήτρης Μήτσαινας», Active News.gr· πρόσβαση: 2020-09-17)

Similar: τροχοεμποδιστήρας

Thesaurus

In English

  • chuck mechanical device
  • choke control on a carburetor

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσοκ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%BA. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τσοκ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%BA

Chicago

"τσοκ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%BA.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσοκ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%BA},
  urldate = {2026-11-06}
}